.. και άσχετο γιατί πνιγήκαμε τελευταία
Ρε συντρόφια καπιτάλες! Τι έγινε ρε; Αρχίσαμε να διαβάζουμε Marx;

.. και άσχετο γιατί πνιγήκαμε τελευταία
Ρε συντρόφια καπιτάλες! Τι έγινε ρε; Αρχίσαμε να διαβάζουμε Marx;
Βράδιασε πάλι. Τα μάτια του βαραίνουν, είναι πτώμα και έχει περάσει προ πολλού η ώρα του ύπνου. Αυτή που οι κανονικοί άνθρωποι ή που ήδη κοιμούνται για τρεις ώρες ή που ξυπνούν. Ο ύπνος, είχε μάθει παλιά, σηματοδοτεί το τέλος μιας μέρας. Εκεί κρίνεσαι όταν μένεις μόνος με τον εαυτό σου. Αναπολείς τη μέρα που πέρασε, σχεδιάζεις την επόμενη, μετράς τα λάθη σου και ελπίζεις. Για κάποιους αυτή η ώρα είναι λύτρωση. Παραδίδουν τα κουρασμένα κορμιά τους και αποποιούνται κάθε ευθύνης για λίγο. Είναι ξεκούραση, ένα διάλειμμα από τη ρουτίνα τους, τη ζωή τους ακόμα. Για τους πιο γεμάτους ίσως και χάσιμο χρόνου.
Κι όμως αυτός φοβάται. Δεν έχει να δείξει κάτι στον Μορφέα. Άλλη μια μέρα πέρασε, κενή. Τα ίδια πράγματα που δεν έκανε, τα ίδια πράγματα που δεν ένιωσε. Πάνε χρόνια που κοιμήθηκε βαθιά και κάθε νύχτα το θυμάται. Πόσες ελπίδες βαρέθηκε να μετρά κάθε βράδυ; Και να κοιμηθεί πάλι στο ίδιο κρεβάτι θα ξυπνήσει. Άντε να ξεστρώσει λίγο παραπάνω αυτή τη φορά.
Μ’ έχουν φωτίσει τόσα καντήλια
Που ο θάνατος έγινε φίλος μου
Μα κάθε σ’ αγαπώ απ’ τα δικά σου χείλια
Ξεσκίζει τις πληγές στο στήθος μου
Πώς συνεχίζεις να υπάρχεις
Όταν όλα γύρω σου σε προσπερνούν;
Βουβά πνίγεις τους λυγμούς
Που δεν μπορούν ν’ αναδυθούν.
Πώς συνεχίζεις να βλέπεις
Όταν βουλιάζεις σε πυκνό σκοτάδι;
Σταματάς να αντιδράς
Και αποχαιρετάς τον χρόνο.
Αλήθεια γιατί να ψάχνεις νόημα
Όταν όλα αυτά που σημαίνουν κάτι
Βίαια σταματούν να υπάρχουν
Και μένεις κενός να κρατάς ένα γιατί;
Πάρε άνθρωπε όλα τα χάρτινα τριαντάφυλλα που σου πετούν
Κάνε τα πέτρα και ριχ’ τους τα πίσω
Να δούμε αν μπορούν να τα μυρίσουν τώρα
Όπως σου ‘λεγαν να σε στηρίξουν.
Ώρα θανάτου σημειώσατε
Τέσσερις παρά δέκα.
Νέα έφυγε, κρίμα λένε.
Με ξέρετε; τους ρωτάει απορημένη
Μα αυτή ζει! Θαύμα!
Την αγαπούν, πώς να πεθάνει;
Αλλού, πάντα εκεί με βλέπω
Και μάλλον άλλο.
Δεν ξέρω αν θυμάμαι
Πως είμαι, αν είμαι.
Μόνο κάποιες φορές
Που κοιτάω το είδωλο
Κάνω να θυμηθώ
Αλλά και πάλι με διώχνω
Δεν μπορώ μαζί μου βλέπεις,
Ούτε κι εσύ.
ΟΚ ένας μήνας νομίζω είναι αρκετός. Σύντομα θα κλείσουμε και την κουρτίνα επιτέλους. Απο τα (λιγοστά μεν, υπαρκτά δε) hits στο post βλέπω ότι κάποιοι ίσως και να είναι σε αγωνία. Λέμε τώρα.. Επίσης να περιμένετε και έξαρση του εθισμού είδικά τώρα που ετοιμάζομαι να την κάνω προς Σκανδιναβία μεριά για ένα χρόνο.
Πάντως είναι ωραία να κατεβάζεις τον διακόπτη για λίγο.
Μαζί με το σκοτάδι έσβησε κι αυτός. Σκοτείνιασε με μιας και βυθίστηκε στους δικούς του λαβύρινθους του μυαλού του. Μάταια ο Κώστας γύρεψε το βλέμμα του. Στεκόταν ακίνητος εκεί αλλά είχε πετάξει στα σύννεφά του. Ούτε καν ένιωσε την Αλίκη που τριβόταν απάνω του θέλοντας να τον συγχαρεί. Από τη λάμψη του παρέμειναν μόνο τα γαλάζια μάτια, μόνο που τώρα έμοιαζαν τελείως θολά.
Έκανε να πάει προς το καμαρίνι του. Αμίλητος, σκεφτικός. Τον Κώστα τον είχε αγνοήσει κι εκείνος έμεινε μόνο να τον βλέπει να φεύγει με ένα πετρωμένο χαμόγελο. Ήξερε πως εκεί που πάει πρέπει να είναι μόνος. Δεν έπρεπε να κανείς να δει τον μύθο να ξεγυμνώνεται.
Μόνος του μπροστά στον καθρέφτη του κοιτά τον εαυτό του στα μάτια. Δεν σκεφτόταν τίποτα, μόνο έβλεπε. Σαν να προσπαθούσε να βρει τον εαυτό του που είχε χαθεί. Τίποτα, τα μάτια παρέμεναν κενά όση ώρα και να κοίταζε. Δεν του φανέρωναν αυτό που έψαχνε.
Τη μοναξιά του διέκοψε το κτύπημα στην πόρτα. Πανικοβλήθηκε. «Μη!» φώναξε, αλλά από μέσα του παρακαλούσε να μην τον άκουσε όποιος και να ήταν απ’ έξω. Ήθελε τόσο πολύ να μπει κάποιος μέσα εκείνη τη στιγμή, έστω για να τον δει μόνο. Να νιώσει την αύρα κάποιου ανθρώπου κοντά του. Να νιώσει ότι δεν ήταν μόνος. Ήθελε κάποιος να του πει «τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα». Έστω και να τον βρίσει, μήπως ταρακουνηθεί ο άνθρωπος εκεί μέσα του που έψαχνε και να βγει έξω.
«Αλέξανδρε ο Κώστας είμαι» ακούστηκε απ’ έξω.
«Μπες! Μπες!» έκανε να φωνάξει, αλλά ήταν ήδη αργά. Του είχε κλείσει την πόρτα.
«Φεύγω εγώ. Σου ‘χει φέρει η Κατερίνα λίγο παστήτσιο που έκανε το μεσημέρι. Σ’ το αφήνω εδώ. Φάε κάτι προς Θεού! Έχεις γίνει μια στοίβη από κόκαλα πλέον! Άντε φιλιά και πρόσεχε»
Από μέσα ο Αλέξανδρος είχε λουστεί στον ιδρώτα. Κουλουριάστηκε σε μία γωνία στο πάτωμα και άκουγε. Μόνο ένα «γεια» μπόρεσε να μουγκρίσει. Δεν ήξερε τι φοβήθηκε περισσότερο. Μήπως αποκαλυφθεί ή μήπως ούτε κι αυτό μπορούσε να τον σώσει τελικά;
Πέρασε περίπου καμία ώρα εκεί χάμω. Έμεινε καρφωμένος να βλέπει τη δεξιά τσέπη του παλτού του που ήταν ριγμένο στον ώμο της καρέκλας. Πότε ανάσαινε γρήγορα, πότε ηρεμούσε, πότε δάκρυζε και πότε ίδρωνε. Κάπου πάλευε. Και κάπου έχασε.
Σηκώθηκε και πήγε στην καρέκλα του. Έψαξε την τσέπη και πήρε αυτό που τον τρόμαζε τόση ώρα. Παρακολουθούσε μέσα στον καθρέφτη τον εαυτό του και ένιωθε πως έβλεπε κάποιον άγνωστο. Κάποια στιγμή βρέθηκε να κοιτάει πάλι το είδωλό του στα μάτια. Αηδίασε κι έσβησε τα φώτα αφήνοντας μόνο ένα φωτιστικό στην άλλη άκρη του δωματίου. Δεν άντεχε άλλο να παρακολουθεί ανήμπορος.
Η λεπίδα χτυπούσε πάνω στο μικρό καθρεφτάκι. Κανόνιζε τις λωρίδες και τις χώριζε. Ένα τυλιγμένο πενηντάευρο και η λωρίδα χάθηκε. Δεν τον ένοιαζε τώρα ο καθρέφτης κι ούτε αν χάθηκε αυτός που γύρευε. Έχει παστήτσιο έξω από την πόρτα. Ίσως μείνει περισσότερο απόψε ο Μιχάλης, να φάει κιόλας.
Σαν αστέρι λαμπερό στεκόταν στη σκηνή στο τελευταίο χειροκρότημα. Έλαμπε ακόμα παρά τα χρόνια που τον βάραιναν. Εκεί πάνω φάνταζε φρέσκος, ζωντανός. Τα μάτια του δεν μπορούσαν να δουν τον κόσμο από τους προβολείς που τον τρυπούσαν. Ένιωθε την ζεστασιά τους όμως στο χειροκρότημά τους. Ξανά υπόκλιση και δώσ’ του χειροκροτήματα και ζητωκραυγές από κάτω. Αυτός να χαμογελά με τα μάτια του να μικραίνουν. Ήταν σαν να βυθίζονταν στο πρόσωπό του. Εξαφανίζονταν κάτω από τα γλυκά του φρύδια και μόλις που μπορούσες να διακρίνεις το βαθύ γαλάζιο τους χρώμα.
Ο Αλέξανδρος κοίταξε αριστερά του τη νεαρή συμπρωταγωνίστριά του. Καινούργιο φρούτο αυτή στο σανίδι. Φήμες λένε ότι πήρε το ρόλο αφού πρώτα πήρε τον επιχειρηματία του θεάτρου. Μόλις που πέρασε τα είκοσι η Αλίκη, και με την ερωτική της επιθυμία στα ύψη πολλές φορές προσπάθησε να τραβήξει το ενδιαφέρον του Αλέξανδρου. Αν μη τι άλλο θα ήταν και μια επιβράβευση γι’ αυτήν. Την είχε τη φήμη ο άλλος του εκλεκτικού γυναικά, τι την πείραζε να ήταν κι αυτή ένα ακόμα παράσημο στον τοίχο του να το γυαλίζει πότε πότε;
Η αλήθεια ήταν ότι η Αλίκη ήταν ιδιαίτερα όμορφη. Ψιλόλιγνη με πλούσιο φυσικό στήθος και με αναλογίες που νόμιζες ότι είχε βγει από κάποιο εργοστάσιο με συγκεκριμένες προδιαγραφές για να σαγηνεύει με το πέρασμά της. Το κορμί της ήταν τόσο τρυφερά σφιχτό και λείο σαν μαρμάρινο άγαλμα. Κι όμως δεν της έριξε ποτέ κανένα βλέμμα που να υπονοούσε οτιδήποτε παραπάνω από υποτίμηση.
Του έκανε νόημα, ναζιάρικα πάντα, ότι είχε πάρει τη δόση της από τον κόσμο για τη νύχτα και είναι ώρα να τελειώνουν. Άλλωστε την περίμενε ένας σκηνοθέτης να συζητήσουν για ένα ρόλο στην τηλεόραση.
Της απάντησε με ένα απαξιωτικό βλέμα και γύρισε στα δεξιά του να κάνει νόημα στον Κώστα να φύγουν. Ο Κώστας ήταν ο καλύτερος του φίλος, αχώριστοι από τον καιρό που πρωτογνωρίστηκαν στη δραματική σχολή. Παρότι της ίδιας ηλικίας, ο Κώστας είχε προ πολλού χάσει την δική του λάμψη. Λίγο η πίεση στη δουλεία με τις ατελείωτες πρόβες και τις καθημερινές παραστάσεις, λίγο η κούραση στο σπίτι από τα παιδιά, λίγο η καλλιτεχνική του ανησυχία, του έσβησαν το έντονο χρώμα των ματιών του. Παρέμειναν όμως μεγάλα, γεμάτα αγάπη και ένα οικείο αίσθημα κατανόησης σε ό,τι και να του έλεγες. Δεν τον πείραζε που γερνούσε γιατί ήξερε ότι κάθε νύχτα τον χειροκροτούσε η γυναίκα του, με την οποία ήταν μαζί τόσα χρόνια. Αυτή ήταν τώρα η λάμψη του. Αυτή και τα παιδιά τους.
Με τη σειρά του ο Κώστας έκανε νόημα στον τεχνικό των παρασκηνίων να κατεβάσει την κουρτίνα. Έπεσε μπροστά τους ξεθωριασμένη κόκκινη και όλοι με μιας άφησαν τα χέρια, μαζί και τα χαμόγελά τους. Βεβαίως από μπροστά η κουρτίνα ήταν ολοζώντανη με χρυσές λεπτομέρειες να την στολίζουν. Έτσι ήταν αυτός ο κόσμος. Ντυμένος με αστερόσκονη απέξω αλλά από μέσα σάπιος.
Τι με κοιτάς με μάτια βουρκωμένα;
Μαζί φτάσαμε ως εδώ.
Χτίσαμε, χαλάσαμε,
Αγαπήσαμε ό,τι χάσαμε
Αισθήματα μπερδεμένα στα πρέπει
Εμπόδια της καρδιάς
Σε δρόμους που οδηγεί το πάθος
Σε κοιτάω και οι σκέψεις σου δικές μου
Ακούς τις καρδιές μας να χτυπάνε μαζί
Μα κλείνεις τ’ αυτιά και κοιτάς αλλού
Γιατί απλά δεν πρέπει…
Η σιωπή μου ουρλιάζει
Κι εσύ απορείς
Ρωτάς αυτό που ήδη ξέρεις
Πώς να αγαπήσεις χωρίς να φοβηθείς;
Το μυαλό είναι αδύνατο να ποθεί