Μαζί με το σκοτάδι έσβησε κι αυτός. Σκοτείνιασε με μιας και βυθίστηκε στους δικούς του λαβύρινθους του μυαλού του. Μάταια ο Κώστας γύρεψε το βλέμμα του. Στεκόταν ακίνητος εκεί αλλά είχε πετάξει στα σύννεφά του. Ούτε καν ένιωσε την Αλίκη που τριβόταν απάνω του θέλοντας να τον συγχαρεί. Από τη λάμψη του παρέμειναν μόνο τα γαλάζια μάτια, μόνο που τώρα έμοιαζαν τελείως θολά.
Έκανε να πάει προς το καμαρίνι του. Αμίλητος, σκεφτικός. Τον Κώστα τον είχε αγνοήσει κι εκείνος έμεινε μόνο να τον βλέπει να φεύγει με ένα πετρωμένο χαμόγελο. Ήξερε πως εκεί που πάει πρέπει να είναι μόνος. Δεν έπρεπε να κανείς να δει τον μύθο να ξεγυμνώνεται.
Μόνος του μπροστά στον καθρέφτη του κοιτά τον εαυτό του στα μάτια. Δεν σκεφτόταν τίποτα, μόνο έβλεπε. Σαν να προσπαθούσε να βρει τον εαυτό του που είχε χαθεί. Τίποτα, τα μάτια παρέμεναν κενά όση ώρα και να κοίταζε. Δεν του φανέρωναν αυτό που έψαχνε.
Τη μοναξιά του διέκοψε το κτύπημα στην πόρτα. Πανικοβλήθηκε. «Μη!» φώναξε, αλλά από μέσα του παρακαλούσε να μην τον άκουσε όποιος και να ήταν απ’ έξω. Ήθελε τόσο πολύ να μπει κάποιος μέσα εκείνη τη στιγμή, έστω για να τον δει μόνο. Να νιώσει την αύρα κάποιου ανθρώπου κοντά του. Να νιώσει ότι δεν ήταν μόνος. Ήθελε κάποιος να του πει «τι κάνεις εκεί ρε μαλάκα». Έστω και να τον βρίσει, μήπως ταρακουνηθεί ο άνθρωπος εκεί μέσα του που έψαχνε και να βγει έξω.
«Αλέξανδρε ο Κώστας είμαι» ακούστηκε απ’ έξω.
«Μπες! Μπες!» έκανε να φωνάξει, αλλά ήταν ήδη αργά. Του είχε κλείσει την πόρτα.
«Φεύγω εγώ. Σου ‘χει φέρει η Κατερίνα λίγο παστήτσιο που έκανε το μεσημέρι. Σ’ το αφήνω εδώ. Φάε κάτι προς Θεού! Έχεις γίνει μια στοίβη από κόκαλα πλέον! Άντε φιλιά και πρόσεχε»
Από μέσα ο Αλέξανδρος είχε λουστεί στον ιδρώτα. Κουλουριάστηκε σε μία γωνία στο πάτωμα και άκουγε. Μόνο ένα «γεια» μπόρεσε να μουγκρίσει. Δεν ήξερε τι φοβήθηκε περισσότερο. Μήπως αποκαλυφθεί ή μήπως ούτε κι αυτό μπορούσε να τον σώσει τελικά;
Πέρασε περίπου καμία ώρα εκεί χάμω. Έμεινε καρφωμένος να βλέπει τη δεξιά τσέπη του παλτού του που ήταν ριγμένο στον ώμο της καρέκλας. Πότε ανάσαινε γρήγορα, πότε ηρεμούσε, πότε δάκρυζε και πότε ίδρωνε. Κάπου πάλευε. Και κάπου έχασε.
Σηκώθηκε και πήγε στην καρέκλα του. Έψαξε την τσέπη και πήρε αυτό που τον τρόμαζε τόση ώρα. Παρακολουθούσε μέσα στον καθρέφτη τον εαυτό του και ένιωθε πως έβλεπε κάποιον άγνωστο. Κάποια στιγμή βρέθηκε να κοιτάει πάλι το είδωλό του στα μάτια. Αηδίασε κι έσβησε τα φώτα αφήνοντας μόνο ένα φωτιστικό στην άλλη άκρη του δωματίου. Δεν άντεχε άλλο να παρακολουθεί ανήμπορος.
Η λεπίδα χτυπούσε πάνω στο μικρό καθρεφτάκι. Κανόνιζε τις λωρίδες και τις χώριζε. Ένα τυλιγμένο πενηντάευρο και η λωρίδα χάθηκε. Δεν τον ένοιαζε τώρα ο καθρέφτης κι ούτε αν χάθηκε αυτός που γύρευε. Έχει παστήτσιο έξω από την πόρτα. Ίσως μείνει περισσότερο απόψε ο Μιχάλης, να φάει κιόλας.
No Comments Yet
Κανένα σχόλιο ακόμα.
Σχόλια RSS TrackBack Identifier URI
Γράψτε ένα σχόλιο
