Βράδυ Σαββάτου

Βράδυ Σαββάτου και ο άλλος να μου λέει ό,τι πρέπει για βόλτες στην παραλία. Είσαι με τα καλά σου βρε κύριε; Είμαστε τώρα εμείς για παραλίες και για βόλτες; Αχ και να ‘ξερες τι κακά κάνεις με αυτή σου την κουβέντα. Ωραία τα λες δεν λέω. Μας φέρνεις εικόνες από κάτι σαν παρελθόν που έτυχε να ζήσουμε. Κάτι στιγμές που ζήσαμε σαν παρένθεση κάποιου άλλου γεγονότος που αν με ρωτήσεις τώρα δεν θα θυμάμαι να σου πω τι. Και θυμάμαι πως δεν έβλεπα την ώρα να τελειώσει αυτή η βόλτα στην παραλία. Και τελικά αυτήν την βόλτα μόνο θυμάμαι από τότε και αναζητώ για να ξαναζήσω.

Τέτοια πράγματα σε κάνουν να καταλαβαίνεις ότι τις πιο σημαντικές και γλυκές στιγμές τις ζωής σου τις προσπερνάς με υπεροψία. Χάνονται και μετά νιώθεις άδειος σαν τις αναπολείς. Όταν δε σου θυμίζουν ότι τις έζησες, εκνευρίζεσαι. Όχι γιατί δεν μπορείς να τις ξαναβρείς αλλά γιατί συνειδητοποιείς ότι κάποιοι άλλοι έχουν καταλάβει προ πολλού την αξία όσων υποτίμησες και άφησες να περάσουν. Αυτοί θα θησαυρίσουν τη στιγμή και θα σε αφήσουν πίσω να ψάχνεις ακόμη.

Και θα ψάχνεις. Μέχρι κάποιος άλλος κατά λάθος σου ξυπνήσει μια άλλη ανάμνησή σου. Αποκάλυψη! Άλλη μια στιγμή χαμένη! Μέχρι να αποφασίσεις να ζήσεις θα βρίσκεσαι συνεχώς απέναντι σε μια νέα αποκάλυψη.

‘Βράδυ Σαββάτου. Ό,τι πρέπει για βόλτες στην παραλία…’

Επαφή

Ήθελα να ξεκινήσω να μιλήσω για τα σάπια του κόσμου αυτού που ζω, μιας και τελευταία βρίσκω τον εαυτό μου να πνίγεται σε τέτοιες σκέψεις, αλλά η τύχη τα έφερε και στο διάστημα που μεσολάβησε από την ώρα που πήρα την μεγάλη απόφαση να γράψω μέχρι τώρα, έκανα μια εντελώς ριζοσπαστική αλλαγή για ‘μένα ώστε να σκεφτώ ότι τελικά τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια όσο φαίνονται με την πρώτη ματιά. Ομολογώ ότι τέτοιου είδους αισιόδοξες σκέψεις είναι εντελώς πρωτόγνωρες για ‘μένα. Έως γελοίες θα ‘λεγα. Είναι φοβερά όμως τα συναισθήματα μπορεί να σου προκαλέσει μια απλή ανθρώπινη επαφή. Είναι επίσης τραγικό το πως οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει αυτές τις ευεργετικές της ιδιότητες και ακόμη πιάνονται να αναζητούν πλέον την απομόνωση επειδή ως δήθεν δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της συμβίωσης σε αυτό τον πλανήτη με άλλους ανθρώπους. Επιμένουν όμως να κατηγορούν και να καταδικάζουν τέτοιες αποφάσεις και να προφασίζονται χίλιες δυο αιτίες που τους ώθησαν άθελα τους τάχα στην απομόνωση.

Γεια είπαμε;

Δεν είπαμε! Γεια σας! Όποιοι και να ΄στε, όπου κι αν είστε. Αν είστε.

Περίεργο πράμα αυτό το blog, γι αυτό παρακαλώ συγχωρέστε τυχόν λαθάκια.

Θα το μάθω σιγά σιγά, που θα μου πάει;

Φεύγω (ακόμη δεν ήρθα)

Ακόμα ένας αποχωρισμός. Φεύγω και πάλι. Αφήνω πίσω ένα τόπο που πολλές φορές καταπιέστηκα να αποδεχτώ και όμως νιώθω να ξεριζώνομαι. Πάω σπίτι αλλά αφήνω πίσω άλλο. Αφήνω ανθρώπους που αγάπησα από συνήθεια. Που μίσησα από συνήθεια. Αλλά δικούς μου.

Και πάω στους δικούς μου πάλι. Για να τους αφήσω και αυτούς με τη σειρά τους. Μετά που θα τους κάνω και αυτούς κομμάτι της ζωής μου για άλλη μια φορά. Θα τους ξαναγνωρίσω. Θα με ξαναγνωρίσουν. Πάλι από την αρχή.

Ο χρόνος που παλιά δεν περνούσε τώρα με στοιχειώνει. Ακούω την ζωή μου να κινείται στους ρυθμούς των δευτερολέπτων που τελειώνουν. Μοιρασμένος και πάλι σε πολλές ζωές. Σε κάθε μια να της δίνω τα πάντα. Σαν να μην υπάρχει αύριο.

Μα πάντα υπάρχει αύριο. Έρχεται πάντα όταν φεύγω. Εκεί που βολεύεσαι και νιώθεις οικεία σε τραβά και σε ρίχνει σε μια καινούργια ζούγκλα. Που εκεί όμως τα ζώα σε ξέρουν. Νομίζουν. Ξέρουν μόνο τα κομμάτια που ζω μαζί τους κάθε φορά που γίνονται οι άνθρωποί μου. Και περιμένουν να είμαι αυτός που νομίζουν ότι ξέρουν. Που νομίζουν ότι θυμούνται. Δυστυχώς είναι τέτοια η φύση των ανθρώπων που κρατούν μόνο τα καλά. Και παραξενεύονται όταν δουν τα ελαττώματα μου. Τα κάτω μου. Τα μαύρα μου.

Αλλά θα με μάθουν πάλι. Την μέρα πριν να φύγω. Είναι σαν να ζω συνεχώς με ανθρώπους που έχουν αμνησία. Τους βλέπω, τους αγγίζω αλλά δεν θυμούνται το χρώμα των ματιών μου. Της ψυχής μου. Γι’ αυτό κι εγώ πρέπει να τους δείχνω μόνο τα καλά μου. Για να μην τους ξενίσω. Να μην τους φοβίσω. Μένει μόνο η ελπίδα ότι θα με γνωρίσουν πάλι και δεν θα με απορρίψουν. Οι δικοί μου άνθρωποι!

Ήρθε το αύριο. Ακόμα ένας αποχωρισμός. Φεύγω και πάλι. Και πάω στους δικούς μου. Για να τους αφήσω και αυτούς.